μπαρκάρω


μπαρκάρω
[баркаро] р. грузить на судно.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μπαρκάρω" в других словарях:

  • μπαρκάρω — μπαρκάρω, μπάρκαρα και μπαρκάρισα, μπαρκαρισμένος βλ. πίν. 53 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μπαρκάρω — (Μ μπαρκάρω και ἰμπαρκάρω) 1. επιβιβάζω κάποιον σε πλοίο («μπαρκάρησα τον αδελφό μου για την Αμερική») 2. επιβιβάζομαι σε πλοίο νεοελλ. 1. φορτώνω εμπορεύματα σε πλοίο 2. επιβιβάζομαι σε πλοίο για να αναλάβω υπηρεσία, ναυτολογούμαι («μπαρκάρησε… …   Dictionary of Greek

  • μπαρκάρω — (λ. ιταλ.), μπαρκάρισα και μπάρκαρα 1. ταξιδεύω με πλοίο, επιβιβάζομαι σε πλοίο για να εργαστώ, ναυτολογούμαι: Μπάρκαρε για την Αυστραλία. 2. μτβ., επιβιβάζω κάτι σε πλοίο, στέλνω κάτι με το πλοίο: Μπαρκάρισα τα καπνά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμπαρκάριστος — η, ο [μπαρκάρω] 1. (για πρόσωπα) αυτός που δεν μπάρκαρε, δεν ναυτολογήθηκε, δεν προσλήφθηκε σε πλοίο 2. (για εμπορεύματα) αυτός που δεν φορτώθηκε στο πλοίο …   Dictionary of Greek

  • μπαρκάρισμα — το 1. επιβίβαση σε πλοίο για εργασία ή για ταξίδι 2. φόρτωση εμπορευμάτων σε πλοίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπαρκάρω, κατά τα ουδ. σε ισμα (πρβλ. τρακάρω: τρακάρισμα)] …   Dictionary of Greek

  • ξεμπαρκάρω — 1. αποβιβάζω επιβάτες ή εμπορεύματα με βάρκα από πλοίο 2. αποβιβάζομαι από πλοίο 3. (για ναυτικό) διακόπτω την εργασία που είχα σε πλοίο, εγκαταλείπω το ναυτικό επάγγελμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξ(ε) * + μπαρκάρω] …   Dictionary of Greek